Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Μεγάλη ανακάλυψη: Βρέθηκε το οχυρωματικό τείχος της Βεργίνας από το 300 π.χ.



Οι υπεύθυνοι ανασκαφής στη Βεργίνα, παρουσίασαν το έργο της τελευταίας δεκαετίας, στην Πανεπιστημιακή Ανασκαφή της ακρόπολης και των τειχών της Βεργίνας.
Σε εισήγηση τους, στην Αίθουσα Τελετών του παλαιού κτηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, ο υπεύθυνος του ανασκαφικού τομέα της ακρόπολης και τειχών της Πανεπιστημιακής Ανασκαφής της Βεργίνας Αν. Καθηγητής Παναγιώτης Φάκλαρης και η συνεργάτιδά του Δρ. Βασιλική Σταματοπούλου, στο πλαίσιο του Αρχαιολογικού Συνεδρίου για το αρχαιολογικό έργο του 2016 στη Μακεδονία και τη Θράκη, σκιαγράφησαν τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου του ΑΠΘ, κατά την τελευταία δεκαετία σε ένα από τα σημαντικότερα νεοαποκαλυφθέντα μνημεία της Μακεδονίας, την οχύρωση της Βεργίνας.
Ολόκληρο το ανασκαφικό έργο της 10ετίας
Σύμφωνα με τον Αν. Καθηγητή Παναγιώτη Φάκλαρη 'η έρευνα της τελευταίας δεκαετίας συνεχίστηκε τόσο στην ακρόπολη όσο και στον περίβολο της πόλης.
Με την εξακρίβωση της πορείας του τείχους στην ανατολική πλευρά, η μέχρι σήμερα αντίληψή μας για την έκτασή της αρχαίας πόλης άλλαξε, καθώς διαπιστώθηκε ότι ήταν μεγαλύτερη απ' όσο θεωρούσαμε κατά 60 στρέμματα.
Από τη μέχρι σήμερα διαπιστωμένη πορεία του τείχους η εκτιμώμενη συνολική έκταση της αρχαίας πόλης υπολογίζεται στα 768 στρέμματα.
Η οχύρωση αυτή ακολουθούσε και αξιοποιούσε αμυντικά το ανάγλυφο του εδάφους.
Μέχρι στιγμής έχουν ερευνηθεί πέντε πύλες αξονικού και εφαπτόμενου στο τείχος τύπου και δεκαοκτώ πύργοι, ημικυκλικής και ορθογώνιας κάτοψης.
Άποψη των εργασιών του 2016 στην ακρόπολη της Βεργίνας, με φοιτητές αρχαιολογίας του ΑΠΘ επί το έργον
Οι θέσεις των πυλών δίνουν στοιχεία για την οργάνωση του εσωτερικού της πόλης, δεδομένου ότι από αυτές διέρχονταν δρόμοι που εξυπηρετούσαν τον οικισμό και για τους οποίους δεν είχαν εντοπιστεί μέχρι στιγμής άλλα στοιχεία.
Ο μικρός αριθμός πυλίδων που έχουν μέχρι στιγμής επισημανθεί ερμηνεύεται ως ένδειξη για τον μικρό αριθμό των υπερασπιστών για τον οποίο η οχύρωση αυτή είχε σχεδιαστεί.
Με δεδομένο ότι οι πυλίδες στις πολιορκίες χρησιμοποιούνται για την έξοδο ομάδων αμυνομένων πολεμιστών, δηλαδή για την ενεργητική άμυνα της πόλης, με τη μεταφορά της δράσης εκτός των τειχών, ο μικρός αριθμός πυλίδων φαίνεται ότι αντανακλά έναν σχεδιασμό παθητικής άμυνας, δηλαδή μια οχύρωση που προοριζόταν να λειτουργήσει αντιμετωπίζοντας τον εχθρό από το εσωτερικό, χωρίς τον αριθμό υπερασπιστών που αναλογεί στην περίμετρό της.
Η ολιγανδρία είναι άλλωστε ένα σοβαρό πρόβλημα για τη Μακεδονία της εποχής αυτής.
Σημαντικό οχυρωματικό έργο του 300 π.Χ
Το τείχος της Βεργίνας είναι αναμφίβολα ένα σημαντικό οχυρωματικό έργο, του οποίου τα χαρακτηριστικά και τα ανασκαφικά στοιχεία, δείχνουν ότι φέρει την υπογραφή του βασιλιά της Μακεδονίας Κασσάνδρου (315-297 π.Χ.).
Εντάσσεται λοιπόν ιστορικά, στην εποχή που ο Κάσσανδρος επενδύει μέρος του αμύθητου βασιλικού θησαυροφυλακίου, που του κληροδότησε η ασιατική εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στην οργάνωση του βασιλείου για την κατοχύρωση των εδαφών του έναντι του Δημητρίου Πολιορκητή, που αποτελούσε την σημαντικότερη απειλή για την εξουσία του Κασσάνδρου στο διάστημα 307-302 π.Χ., στο οποίο ακριβώς τοποθετούν τα ευρήματά μας την ανέγερση του συγκεκριμένου τείχους.
Άποψη του ανατολικού βραχίονα του τείχους της Βεργίνας στον αγρό ιδιοκτησίας αδελφών Μπέλα
Τείχος 3,3 χιλιομέτρων
Από τα συνολικά 3,3 χιλιόμετρα της περιμέτρου του τείχους αυτού, η Πανεπιστημιακή Ανασκαφή έχει αποκαλύψει περισσότερα από 2,75 χιλιόμετρα με ανασκαφικές τάφρους που ξεπερνούν τα 5,5 χιλιόμετρα.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μνημείο, μεγάλο τμήμα του οποίου σώζεται σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης και παρουσιάζει πέρα από μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον, άριστες δυνατότητες ανάδειξης και απόδοσης του στο κοινό.
Στην ανασκαφή αυτή εκπαιδεύονται κάθε χρόνο φοιτητές αρχαιολογίας του ΑΠΘ, οι οποίοι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους στο συναρπαστικό αυτό έργο, που παρακολουθεί και αποκαλύπτει το τείχος της Βεργίνας, άλλοτε στα δασωμένα Πιέρια και άλλοτε στο άδεντρο πεδίο, ασκούμενοι παράλληλα στην ανασκαφική πρακτική.
Στη φετινή ερευνητική ομάδα, πολύτιμοι συνεργάτες ήταν οι Δρ αρχιτεκτονικής Θανάσης και Άγγελος Νακάσης, οι τοπογράφοι Γιάννης και Αντώνης Γκάτζιος, η πολ. μηχανικός Σοφία Γκάτζιου ο αρχαιολόγος Αντώνης Γαβριηλίδης και οι φοιτητές Άγγελος Μεφσούτ, Γιάννης Κοφινάς, Αθανασία Σβώλη, Γιάννης Αποστόλου, Ραφαήλ Λαουτάρης, Βασιλική Καράμπαμπα, Χρύσα Χατζηνικολάου. (από το διαδίκτυο)

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Οι Πελοποννήσιοι δεν κατάγονται από Σλάβους



Καταρρίπτεται ο μύθος: Οι Πελοποννήσιοι δεν κατάγονται από Σλάβους -Πιο κοινό το DNA τους με των Ιταλών
Ήρθε η στιγμή ο Έλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος να δικαιωθεί και με τη «γλώσσα» του DNA.  Το ποσοστό της σλαβικής καταγωγής των σύγχρονων Πελοποννησίων κυμαίνεται από 0,2% έως 14,4%, σύμφωνα με μια νέα γενετική έρευνα επιστημόνων από την Ελλάδα και τη διασπορά.
Η μελέτη καταρρίπτει με γενετικά δεδομένα τη θεωρία του 1830 του Γερμανού Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ ότι, μετά από τις σλαβικές επιδρομές κατά τον Μεσαίωνα, ο ντόπιος ελληνικός πληθυσμός ουσιαστικά εξαφανίσθηκε και αντικαταστάθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. σχεδόν πλήρως από σλαβικές φυλές, οι οποίες τελικά εξελληνίσθηκαν υπό την επιρροή και της Ορθόδοξης εκκλησίας.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή γενετικής Γιώργο Σταματογιαννόπουλο του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον στο Σιάτλ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ευρωπαϊκό περιοδικό ανθρώπινης γενετικής European Journal of Human Genetics, ανέλυσαν δείγματα DNA από 241 ανθρώπους από όλη την Πελοπόννησο, οι περισσότεροι ηλικίας 70 έως 90 ετών (ο γηραιότερος 107 ετών), των οποίων οι παππούδες είχαν γεννηθεί μεταξύ 1860-1880.
Σύμφωνα με την ανάλυση του γενετικού υλικού, υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στους πελοποννησιακούς και στους σημερινούς σλαβικούς πληθυσμούς, με ένα μικρό μόνο βαθμό εισροής γονιδίων από τους δεύτερους στους πρώτους.
Αντίθετα, οι Πελοποννήσιοι φαίνεται πως έχουν σημαντικά μεγαλύτερη κοινή γενετική κληρονομιά με τους Γάλλους (39 έως 42%), τους Ισπανούς (53% έως 62%) και τους Ιταλούς (85% έως 96%), από ό,τι με τους Σλάβους (λιγότερο από 15%).
Συνεπώς, σύμφωνα με τους ερευνητές, «οι Πελοποννήσιοι είναι γενετικά πολύ πιο διαφορετικοί από τους σλάβικούς πληθυσμούς και πολύ πιο όμοιοι με τους πληθυσμούς της Νότιας Ευρώπης».

Οι πρώτοι μετανάστες 
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι πρώτοι «μετανάστες» στην Πελοπόννησο έφθασαν από την Ανατολία περίπου το 9.000 π.Χ. Ακολούθησαν δύο βασικά μεταναστευτικά ρεύματα καθοριστικά για τον πολιτισμό, των Μυκηναίων και αργότερα των Ελλήνων Δωριέων.
Οι επόμενες εισροές πληθυσμών πολύ αργότερα ήσαν σλαβικές.
Υπήρξε μεν σλαβική μετανάστευση στην Πελοπόννησο, αλλά οι αριθμοί των Σλάβων μεταναστών ήσαν μικροί σε σχέση με των γηγενών, για να αφήσουν κάποιο καθοριστικό γενετικό αποτύπωμα.
Μάνη – Τσακωνία – Κόρινθος 
Μεταξύ άλλων, η νέα μελέτη επιβεβαιώνει γενετικά ότι οι Μανιάτες και οι Τσάκωνες διαφέρουν από τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους, αλλά και μεταξύ τους, ενώ καταρρίπτει οποιονδήποτε ισχυρισμό ότι έχουν σλαβική καταγωγή. Στη Βαθιά Μάνη και στη Νότια Τσακωνιά η σλαβική γενετική καταγωγή δεν ξεπερνά το 1%, ενώ η ιταλική κυμαίνεται μεταξύ 14% έως 25%. Υπάρχουν εξάλλου γενετικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους κατοίκους της βόρειας και της νότιας Πελοποννήσου. Κορίνθιοι και Αργείοι εμφανίζουν την μεγαλύτερη γενετική συγγένεια.
«Κοντά» με Ιταλούς 
Επίσης, οι Πελοποννήσιοι εν γένει είναι γενετικά πολύ κοντά στους Σικελούς και τους Ιταλούς (η επιβεβαίωση του «ούνα φάτσα-ούνα ράτσα»!). Οι τελευταίοι λειτουργούν ως γενετική «γέφυρα» ανάμεσα στους Πελοποννήσιους και σε άλλους Ευρωπαίους, όπως οι Ανδαλουσιάνοι της Ισπανίας και οι Γάλλοι. Οι Σλάβοι απέχουν γενετικά πολύ από τους Πελοποννήσιους, όπως και οι πληθυσμοί της Εγγύς Ανατολής. 
Στην έρευνα συμμετείχαν επίσης οι Πέτρος Δρινέας και Φώτης Τσέτσος (Πανεπιστήμιο Πέρντιου ΗΠΑ-Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών), Περιστέρα Πάσχου (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης-Τμήμα Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής), Γιάννης Σταματογιαννόπουλος και Νικολέτα Ψαθά (Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον), Αθανάσιος Θεοδοσιάδης (Ινστιτούτο Βιοϊατρικών Επιστημών Altius-Σιάτλ), Ευαγγελία Γιαννάκη και Νίκος Ζώγας (Νοσοκομείο Παπανικολάου Θεσσαλονίκης-Αιματολογικό Τμήμα).
(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Telegraph: Τα μουσεία Ακρόπολης και Μπενάκη στα 41 πιο εντυπωσιακά του μουσεία του κόσμου



Ένα εκτενές δημοσίευμα της Βρετανικής εφημερίδας που εξηγεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει κάποιος να τα επισκεφθεί πριν πεθάνει  

Ποια ελληνικά μουσεία πρέπει να επισκεφτεί κανείς πριν…πεθάνει; Το Μουσείο Ακρόπολης και το Μουσείο Μπενάκη στο Κολωνάκι, αναφέρει ο ιστότοπος της εφημερίδας Telegraph , που τα συγκαταλέγει μεταξύ των 41 πιο εντυπωσιακών μουσείων στον κόσμο. Και εξηγεί τους λόγους.

Το ξεχωριστό Μουσείο Ακρόπολης, που εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο 2009 και σχεδιάστηκε από τον Ελβετό αρχιτέκτονα Μπερνάρ Τσουμί, εκθέτει ευρήματα αρχαϊκής και κλασικής περιόδου από την Ακρόπολη, όπως περήφανα αρχαία αγάλματα και μαρμάρινα ανάγλυφα ζώων που μοιάζουν με αληθινά. Η ιστοσελίδα κάνει επίσης αναφορά στην αίθουσα του Παρθενώνα, στη μαρμάρινη ζωφόρο και στα γλυπτά που αφαιρέθηκαν από τον Λόρδο Έλγιν το 1801, ενημερώνοντας παράλληλα για το πάγιο αίτημα της Ελλάδας σχετικά με την επιστροφή τους.

«Οι Έλληνες τα θέλουν πίσω εδώ και δεκαετίες και ελπίζουν ότι αυτή η κραυγαλέα παρουσίαση θα πείσει τελικά τους Βρετανούς να τα επιστρέψουν», λέει, το δημοσίευμα.

Το Μουσείο Μπενάκη, που στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό κτίριο με ένα υπέροχο καφέ στην ταράτσα του, «ανιχνεύει» την ελληνική τέχνη ως τον 20ό αιώνα. Γλυπτά, κεραμικά, κοσμήματα, πίνακες, έπιπλα και κοστούμια είναι μεταξύ των εκθεμάτων του, από τα οποία ξεχωρίζουν, σύμφωνα με την Telegraph, ο Θησαυρός της Θεσσαλίας (χρυσά κοσμήματα του 2ου αιώνα πΧ), δυο πρώιμα έργα του Ελ Γκρέκο και η ανακατασκευή δυο ξυλόγλυπτων κοζανίτικων δωματίων του 18ου αιώνα.

Μεταξύ των άλλων μουσείων που αξίζει να επισκεφτεί κανείς όσο ζει, σύμφωνα με την αγγλική εφημερίδα, είναι το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης και το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη, το Λούβρο και το Μουσείο Ροντέν στο Παρίσι, τα Μουσεία Βατικανού στη Ρώμη, το Πράντο στη Μαδρίτη, το Μουσείο Σχεδίου και το Μουσείο Βικτώρια και 'Αλμπερτ στο Λονδίνο, το Rijksmuseum και το Μουσείο Βαν Γκογκ στο 'Αμστερνταμ, το Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη, το Μουσείο Διαλυμένων Σχέσεων στο Ζάγκρεμπ, το Μουσείο της Σαγκάης και πολλά ακόμα.

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ