Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

αδίδακτο 1


ΚΕΙΜΕΝΟ 3
Μετὰ τοῦτον Ξενοφῶν ἀνέστη καὶ ἔλεξεν ὧδε. Χειρίσοφος μὲν δὴ π πλοῖα στέλλεται1, ἡμεῖς δὲ ἀναμενοῦμεν. ὅσα μοι2 οὖν δοκεῖ3 καιρὸς εἶναι ποιεῖν ἐν τῇ μονῇ, ταῦτα ἐρῶ. πρῶτον μὲν τὰ πιτήδεια δεῖ πορίζεσθαι ἐκ τῆς πολεμίας· οὔτε γὰρ ἀγορὰ ἔστιν4 ἱκανὴ οὔτε ὅτου5 ὠνησόμεθα6 εὐπορία εἰ μὴ7 ὀλίγοις τισίν8· δὲ χώρα πολεμία· κίνδυνος10 οὖν πολλοὺς πόλλυσθαι, ἢν ἀμελῶς τε καὶ ἀφυλάκτως πορεύησθε π τὰ πιτήδεια. ἀλλά μοι δοκεῖ σὺν προνομαῖς11 λαμβάνειν τὰ πιτήδεια, ἄλλως δὲ μὴ πλανᾶσθαι, ὡς σῴζησθε, ἡμᾶς δὲ τούτων πιμελεῖσθαι. ἔδοξε ταῦτα. (Ξενοφῶν, Κύρου Ανάβασις, ε,1, 5-7)
ΣΧΟΛΙΑ
1.  ἐπὶ πλοῖα στέλλομαι = στέλνομαι για να φέρω πλοία, ετοιμάζομαι να αναχωρήσω για να φέρω πλοία
2. τα απρόσωπα ρήματα και οι απρόσωπες εκφράσεις κατά κανόνα συνοδεύονται από μία δοτική προσωπική, την οποία συνήθως τρέπουμε σε αιτιατική και τη χρησιμοποιούμε ως  υποκ. του απρμφ. που συμπληρώνει άμεσα (υποκ. ) τη σημασία τους. Αυτό όμως δε συμβαίνει συχνά με τη δοτ. προσωπική από το ρήμα δοκεῖ· από τα συμφραζόμενα θα εννοήσουμε ως υποκ. του απρμφ. ποιεῖν το ἡμᾶς.
3. τα απρόσωπα ρήματα και οι απρόσωπες εκφράσεις παίρνουν ως υποκείμενο συνήθως άναρθρο απαρέμφατο (ειδικό ή τελικό)· υποκ. του απρόσ. ρήμ. δοκεῖ είναι το τελ. απρμφ. καιρὸς εἶναι, και της απρόσ. έκφρασης καιρὸς εἶναι το τελ.  απρμφ. ποιεῖν
4.  το ἐστίν γίνεται ἔστιν όταν: α.  έχει υπαρκτική σημασία, όπως εδώ (= υπάρχει), β. είναι απρόσωπο ( = είναι δυνατό), γ. βρίσκεται στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου, δ. ακολουθεί ύστερα από τα: τοῦτ’, ἀλλ’, οὐκ, κ.ά.
5. γεν. εν. ουδ., β΄ τύπος (οὗτινος και ὅτου) της αναφορ.  αντων. ὅστις, ἥτις, ὅ,τι ή ὅ τι, ή ὅτι ( = όποιος)
6. ὠνοῦμαι + αιτ. + γεν.  της αξίας = αγοράζω ή αποκτώ κάτι καταβάλλοντας την αξία του
5 + 6: η αναφορική πρότ. που εκφέρεται με οριστική μέλλοντα είναι και τελική: ὅτου ὠνησόμεθα = για να αγοράσουμε με αυτό (το χρήμα)
7.  εἰ μή: μετά από άρνηση έχει επιρρηματική σημασία ( = εκτός από, παρά μόνο)
8.  η δοτική προσωπική που συνοδεύει τα ρήμ. εἰμί, γίγνομαι, ὑπάρχω είναι κτητική.
9.  οὔτε […]  εὐπορία εἰ μὴ ὀλίγοις τισίν = οὔτε […]  (ἔστιν) εὐπορία (ἀργυρίου) εἰ μὴ ὀλίγοις τισίν: κύρια πρότ.
10. συχνά από τις απρόσωπες εκφράσεις παραλείπεται το ἐστί(ν)
11. προνομή, ἡ = επιδρομή στρατιωτών για αναζήτηση και αρπαγή τροφών, λεηλασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου