Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

αδίδακτο 24



ΚΕΙΜΕΝΟ
ἀκούσας ταῦτα ἔλεξεν ὁ Κῦρος· ᾿Αλλ' ἔστι μὲν ἡμῖν, ὦ ἄνδρες, ἀρχὴ πατρῴα πρὸς μὲν μεσημβρίαν μέχρι οὗ διὰ καῦμα οὐ δύνανται οἰκεῖν ἄνθρωποι, πρὸς δὲ ἄρκτον μέχρι οὗ διὰ χειμῶνα· τὰ δ' ἐν μέσῳ τούτων πάντα σατραπεύουσιν οἱ τοῦ ἐμοῦ ἀδελφοῦ φίλοι. ἢν δ' ἡμεῖς νικήσωμεν, ἡμᾶς δεῖ τοὺς ἡμετέρους φίλους τούτων ἐγκρατεῖς ποιῆσαι. ὥστε οὐ τοῦτο  δέδοικα, μὴ οὐκ ἔχω ὅ τι δῶ ἑκάστῳ τῶν φίλων, ἂν εὖ γένηται, ἀλλὰ μὴ οὐκ ἔχω ἱκανοὺς οἷς δῶ. ὑμῶν δὲ τῶν ῾Ελλήνων καὶ στέφανον ἑκάστῳ χρυσοῦν δώσω. οἱ δὲ ταῦτα ἀκούσαντες αὐτοί τε ἦσαν πολὺ προθυμότεροι καὶ τοῖς ἄλλοις ἐξήγγελλον. (Ξ. κ.α.1.7.6.)
σχόλια
μέχρι οὗ: αναφορική έκφραση που εισάγει: α. χρονικές προτ., β. αναφορικές // πρὸς μεσημβρίαν = προς τα νότια  // πρὸς ἄρκτον = προς τα βόρεια // δύναμαι + τελ. απρμφ. = μπορώ να //  τὰ  ἐν μέσῳ τούτων = τις περιοχές-χώρες που βρίσκονται ανάμεσα σ’ αυτά (δηλ. βορρά και νότο) // σατραπεύω =    [ αμετάβατο] είμαι, ενεργώ ως σατράπης, [+ γεν. ή αιτιατ.] κυβερνώ, διοικώ // ὁ, ἡ ἐγκρατής, τὸ ἐγκρατές [+ γεν. αντικ/κή] = κύριος, κυρίαρχος κάποιου // δέδοικα ή δέδια = ( πρκ. με σημασία ενεστ.) φοβάμαι // οὐκ ἔχω + πλάγια ερώτηση = δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω τι να κάνω // δίδωμι [+ αιτιατ. + δοτ.] = δίνω σε κάποιον κάτι // ἂν εὖ γένηται [ταῦτα] = αν τα πράγματα έχουν καλή κατάληξη // ἐξαγγέλλω = διακηρύσσω
·       η δεικτική αντωνυμία οὗτος αὕτη, τοῦτο συνήθως αναφέρεται σε κάτι που έχει προηγηθεί
·       εδώ το ἐστί έγινε ἔστι επειδή και το ἀλλ' προηγείται και υπαρκτική σημασία έχει· έτσι η δοτική ἡμῖν είναι προσωπική  κτητική ( η δοτική με τα ρήματα εἰμί, γίγνομαι, ὑπάρχω, όταν αυτά έχουν υπαρκτική σημασία είναι κτητική)· μετάφραση: ἔστι  ἡμῖν  ἀρχὴ πατρῴα = υπάρχει σ’ εμάς πατρική επικράτεια, έχουμε πατρική επικράτεια
·       η πρόθεση διά + γεν. δηλώνει το μέσα από, ενώ διά + αιτιατ. την αιτία.
·       Το οἴ- στους ιστορικούς χρόνους τρέπεται σε ᾤ-: οἰκῶ " κουν
·       Προσοχή στην ορθογραφία: ἤν: υποθετ. σύνδ., ἥν: αναφορ. αντων., ἦν: παρατατ. του ρ. εἰμί
·       δεῖ + απρμφ.: μελλοντική έκφραση· εδώ το δεῖ ποιῆσαι απόδοση του ἤν νικήσωμεν (προσδοκώμενο)
·       το ὥστε στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου συνδέει κατά παράταξη (κύρια πρόταση, όχι δευτ. συμπερασματική)· μεταφράζεται: γι’ αυτό, λοιπόν, επομένως, ώστε.
·       μή: α. άρνηση, β. τελικός σύνδ., γ. ενδοιαστικός σύνδ. ( = φόβος μήπως γίνει κάτι)
·       το μή που ακολουθεί ύστερα από ρήματα (φοβοῦμαι, δέδοικα ή δέδια, εὐλαβοῦμαι, ὀκνῶ,…) ή από απρόσωπες εκφράσεις (δέος ἐστί, κίνδυνός ἐστι, φόβος ἐστί,…) που δηλώνουν φόβο είναι ενδοιαστικό    ( = μήπως)·   εισάγει δευτερεύουσα ενδοιαστική πρόταση και δηλώνει ότι το υποκείμενο του ρήματος της εξάρτησης δε θέλει να γίνει κάτι κακό ή φοβερό ή ανεπιθύμητο και φοβάται μήπως γίνει.
·       μὴ οὐκ ἔχω: προσοχή!!! το οὐκ δε συνοδεύει το μή, οπότε έχουμε τον ενδοιαστικό σύνδεσμο μὴ οὐ(κ)· είναι η άρνηση που συνοδεύει το ρήμα ἔχω και του δίνει τη σημασία: δεν ξέρω (βλ. και λεξιλογικά σχόλια
·       ἔχω: οριστική ή υποτακτική; Είναι η έγκλιση εκφοράς της ενδοιαστικής πρότασης μὴ οὐκ ἔχω· είναι υποτακτική καθώς οι δευτ. ενδοιαστικές προτ. ύστερα από αρκτικό χρόνο (δέδοικα: πρκ. με σημασία ενεστ.) εκφέρονται με υποτακτική (φόβος προσδοκώμενος).
·       ὅ τι: οι αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα εισάγουν: α. δευτ. αναφορ. προτ., β. δευτ. αναφορ.-επιρρηματ. προτ., γ. πλάγιες ερωτήσεις που δηλώνουν μερική άγνοια. Εδώ, η αναφορική αντωνυμία εισάγει πλάγια ερώτηση (ὅ τι δῶ ἑκάστῳ τῶν φίλων)
·       ὅ τι δῶ ἑκάστῳ τῶν φίλων: η πλάγια ερώτηση εκφέρεται με απορηματική υποτακτική (δῶ). Αυτό το είδος υποτακτικής απαντάται στο α΄ ή (σπάνια) στο γ΄ πρόσωπο σε ερωτηματικές προτάσεις και δηλώνει απορία ή αμηχανία του υποκειμένου γι’ αυτό που πρέπει να γίνει.
·       δίδωμι + δοτ. προσώπου + αιτιατ. πράγματος (βασική σύνταξη του ρήμ.) = δίνω σε κάποιον κάτι
·       προθυμότεροι: σχηματίζει παραθετικά με κατάληξη -ότερος επειδή έχει β΄ συνθετικό το ουσιαστικό θυμός. Με την ίδια κατάληξη σχηματίζονται και τα επίθετα που έχουν β΄ συνθετικό τα ουσιαστικά κίνδυνος, κῦρος, λύπη, νίκη, τιμή, ψυχή.
·       ἐξήγγελλον: τα υγρόληκτα ρήματα έχουν άσιγμο μέλλοντα: ἐξαγγελῶ (κλίνεται όπως το ποιῶ)
ασκήσεις
1.        Να γίνει πλήρης γραμματική αναγνώριση των ρηματικών τύπων που απαντούν σε αόριστο.
2.       Να μελετηθεί από τη γραμματική το ρήμα δίδωμι στις δύο φωνές.
3.       Να γραφεί ό,τι ζητείται για καθέναν από τους γραμματικούς τύπους που ακολουθούν:
·       ἔλεξεν: β΄ ενικό προστακτικής ίδιου χρόνου
·       ἀκούσας: αντίστοιχος τύπος στον μέλλοντα
·       ἄνδρες: ο αντίστοιχος τύπος στον άλλο αριθμό
·       καῦμα: οι πλάγιες πτώσεις στον άλλον αριθμό
·       δύνανται: ο αντίστοιχος τύπος στην υποτακτική και ευκτική του ίδιου χρόνου
·       οἰκεῖν: το α΄ ενικό οριστικής των ιστορικών χρόνων
·       χειμῶνα: η δοτική και των δύο αριθμών
·       ποιῆσαι: το β΄ ενικό σε όλες τις εγκλίσεις στον ίδιο χρόνο.
·       δέδοικα: ποια άλλα ρήματα χρόνου παρακειμένου με σημασία ενεστώτα γνωρίζεις;
·       ὅ,τι: να κλίνεις τον άλλο αριθμό του
·       οἷς: να κλίνεις τον άλλο αριθμό στο ίδιο γένος
·       χρυσοῦν: να γραφούν τα τρία γένη του επιθέτου στην ονομαστική ενικού
·       εὖ, πολύ: να γραφούν τα παραθετικά τους.
·       ἐξήγγελλον: ο αντίστοιχος τύπος στον μέλλοντα και στον αόριστο.
4.       τὰ δ' ἐν μέσῳ τούτων πάντα σατραπεύουσιν οἱ τοῦ ἐμοῦ ἀδελφοῦ φίλοι: Να μεταφερθεί το χωρίο στον πλάγιο λόγο (και με τους δύο τρόπους) εξαρτώντας το  από το Κῦρος ἔλεξεν[1]
5.       ὥστε οὐ τοῦτο  δέδοικα, μὴ οὐκ ἔχω ὅ τι δῶ ἑκάστῳ τῶν φίλων, ἂν εὖ γένηται, ἀλλὰ μὴ οὐκ ἔχω ἱκανοὺς οἷς δῶ: να αντικατασταθεί το δέδοικα από το ἐδεδοίκει και να δικαιολογηθούν αλλαγές που θα προκύψουν.
ΕΝΔΟΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Εκφράζουν φόβο μήπως συμβεί κάτι κακό ή μήπως δε γίνει κάτι καλό
Ε
Ι
Σ
¬  μὴ (= μήπως ): φόβος μήπως συμβεί κάτι ανεπιθύμητο
­ ὅπως μη ( = μήπως): φόβος μήπως συμβεί κάτι ανεπιθύμητο
­ μὴ οὐ  (= μήπως δεν): φόβος μήπως δε συμβεί κάτι επιθυμητό
Ε
Κ
Φ
1. υποτακτική: (το φοβερό παριστάνεται ως προσδοκώμενος  ενδεχόμενος φόβος)
2. ευκτική πλαγίου λόγου(μετά από ιστορικό χρόνο)
3. οριστική : (το φοβερό παριστάνεται ως πραγματικό)
4. δυνητική ευκτική: (το φοβερό παριστάνεται ως πιθανό ή δυνατό)
Σ

Θ
1. αντικείμενο(ρημάτων που δηλώνουν φόβο, δισταγμό, ανησυχία: δέδοικα ή δέδια, φοβοῦμαι, εὐλαβοῦμαι, ὑποπτεύω,…)
2. υποκείμενο (απρόσωπων εκφράσεων: δέος ἐστί, κίνδυνός ἐστι, φόβος ἐστί, φοβερόν ἐστι,…)
3. επεξήγηση  (κυρίως στο ουδέτερο δεικτικής αντων.)


Π
Α
Ρ
Α
Τ
Η
Ρ
Η
Σ
Ε
Ι
Σ
1. είναι ονοματικές / ουσιαστικές προτάσεις επιθυμίας
2.    είναι δυνατό να εκφέρονται με υποτακτική και μετά από ιστορικό χρόνο (το  φοβερό παριστάνεται ως προσδοκώμενο με βεβαιότητα)
3.       στον ευθύ λόγο παραμένουν δευτ. ενδοιαστικές· η ευκτική πλαγίου λόγου τότε τρέπεται σε απλή υποτακτική
4.       τα ρήματα που δηλώνουν φόβο μπορεί να συντάσσονται και με:
¬  πλάγια ερώτηση
¬  αιτιολογική πρότ.
¬  τελ. απρμφ. κτλ.
5.       είναι δυνατόν να παραλείπεται το ρήμα εξάρτησης (φοβοῦμαι, ὅρα, ὁρᾶτε) και η ενδοιαστική πρότ. με το μή / μὴ οὐ + υποτακτ. να έχει τη μορφή ανεξάρτητης
6.       είναι δυνατή η εναλλαγή εγκλίσεων


[1] Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις 4 και 5 θα αναρτηθούν σύντομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου