Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

αδίδακτο 12


ΚΕΙΜΕΝΟ
μὴ δή τις φιλοχρημονείτω παίδων γ' ἕνεκα, ἵνα1 ὅτι2 πλουσιωτάτους καταλίπῃ· οὔτε γὰρ ἐκείνοις οὔτε αὖ τῇ πόλει ἄμεινον3. ἡ γὰρ τῶν νέων ἀκολάκευτος4 οὐσία, τῶν δ' ἀναγκαίων μὴ ἐνδεής5,6, αὕτη πασῶν μουσικωτάτη7 τε καὶ ἀρίστη· συμφωνοῦσα8 γὰρ ἡμῖν καὶ συναρμόττουσα εἰς ἅπαντα ἄλυπον τὸν βίον ἀπεργάζεται. παισὶν δὲ αἰδῶ9 χρὴ πολλήν, οὐ χρυσὸν καταλείπειν. οἰόμεθα δὲ ἐπιπλήττοντες10 τοῖς νέοις ἀναισχυντοῦσιν11 τοῦτο καταλείψειν· τὸ δ' ἔστιν οὐκ ἐκ τοῦ νῦν παρακελεύματος τοῖς νέοις12 γιγνόμενον, ὃ παρακελεύονται λέγοντες ὡς13 δεῖ πάντα αἰσχύνεσθαι τὸν νέον. ὁ δὲ ἔμφρων νομοθέτης τοῖς πρεσβυτέροις ἂν μᾶλλον παρακελεύοιτο αἰσχύνεσθαι τοὺς νέους, καὶ πάντων μάλιστα εὐλαβεῖσθαι μή13 ποτέ τις αὐτὸν ἴδῃ τῶν νέων ἢ καὶ ἐπακούσῃ δρῶντα ἢ λέγοντά τι τῶν αἰσχρῶν. (Πλάτων, Νόμοι, 729a2-b)
ΣΧΟΛΙΑ
1. είναι δυνατόν μία δευτ. τελική πρότ. να επεξηγεί εμπρόθ. προσδιορ. του σκοπού (εδώ το παίδων ἕνεκα)
2. ὅτι πλουσιωτάτους: όταν το ὅτι συνοδεύει επίθετο ή επίρρημα υπερθετικού βαθμού, έχει επιτατική σημασία και μεταφράζεται: όσο το δυνατόν
3. ενν. ρήμα ἐστίν με υποκ. το ενν. τοῦτο
4. ἀκολάκευτος = που δε διαφθείρεται με κολακείες
5. μὴ ἐνδεής = επαρκής,αρκετή
6. σχηματίζει τύπο ἐνδεᾶ: α. στην αιτιατ. εν. αρσεν. + θηλ., β. σε ονομ.-αιτιατ.-κλητ. πληθ. ουδ. επειδή ως σιγμόληκτο μετά την αποβολή του χαρακτήρα σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα (ἐνδεέσα = ἐνδεέα) τα δύο τελευταία φωνήεντα (ἐνδεέα) συναιρούνται σε α και όχι σε η (πβ. χρέα, κλέα κτλ.)
7. πολύ ταιριαστή, η πιο κατάλληλη
8. ρήματα  σύνθετα με την πρόθεση σύν συντάσσονται με δοτική
9. αἰδώς, αἰδοῦς, αἰδοῖ, αἰδῶ, αἰδώς. Πληθ.: δεν έχει
10. η παρουσία του απρμφ. καταλείψειν (απρμφ. μέλλ.) προϊδεάζει για υποθετ. μτχ. (δεν αποκλείεται και η τροπική σημασία)
11. χρονικοϋποθετική μτχ. ( ὅταν ἀναισχυντῶσι)
12. για τον σωστό συντακτικό χαρακτηρισμό μιας γενική ή δοτικής απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο προσδιορισμός της λέξης εξάρτησης· η συγκεκριμένη δοτική από το παρακελεύματος είναι δοτ. αντικ/κή, ενώ από το γιγνόμενον δοτ. προσωπ. Κτητική
13. ὡς: από το λέγοντες (εισάγει ειδική) // μή: από το   
     εὐλαβεῖσθαι (εισάγει ενδοιαστική)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου