Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Απαντήσεις στο αδίδακτο των αρχαίων προσανατολισμού Γ΄ Λυκείου 2016



Γ1. Μου δίνεις την εντύπωση, είπα εγώ, ότι λες ικανοποιητική απόδειξη     (ότι η απόδειξη που λες είναι πολύ πειστική), ότι δεν είναι αυτή η τέχνη των λογογράφων, που αν αποκτήσει κανείς, θα μπορούσε να γίνει ευτυχισμένος. Και όμως εγώ νόμιζα ότι κάπου εδώ θα φανερωθεί η επιστήμη την οποία προ πολλού αναζητάμε. Γιατί και οι άντρες οι ίδιοι οι λογογράφοι, όταν βρεθώ μαζί τους, μου φαίνονται, Κλεινία, πως είναι πολύ σοφοί, και η ίδια η τέχνη τους (μου φαίνεται πως είναι) κάποια θεϊκή και υψηλή. Και πράγματι δεν είναι καθόλου παράξενο· γιατί (η τέχνη των λογογράφων) είναι μέρος της τέχνης των μάγων και λίγο κατώτερη από εκείνη (μόνο που είναι λίγο κατώτερη από εκείνη). Γιατί η τέχνη των μάγων σαγηνεύει τις οχιές και τις αράχνες και τους σκορπιούς και τα άλλα θηρία και τις αρρώστιες, ενώ η τέχνη των λογογράφων τυχαίνει να είναι γοητεία και καταπράυνση των δικαστών, των μελών της εκκλησίας του δήμου και των άλλων λαϊκών συγκεντρώσεων.
Γ2.
·      ἔφην: φάτε
·      κτησάμενος: ἐκτῶ
·      τις: τινῶν
·      εὐδαίμων: εὔδαιμον
·      ᾤμην: ᾠήθη
·      φανήσεσθαι: πεφάνθω
·      πάλαι: παλαίτερον
·      κήλησις: κήλησι
·      τυγχάνει: τύχοιεν
·      οὖσα: ἐσομέναις
Γ3.α.
·      μοι: δοτική προσωπική του προσώπου που κρίνει στο ρήμα δοκεῖς
·      εὐδαίμων: κατηγορούμενο στο τις μέσω του συνδετικού εἴη
·      ἥν: αντικείμενο στο ζητοῦμεν
·      ἐκείνης: ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός, γενική συγκριτική στο ὑποδεεστέρα
·      οὖσα: κατηγορηματική μετοχή από το ρήμα τυγχάνει σε θέση κατηγορουμένου στο ἡ δέ (υποκ. του ρήμ.), στο οποίο και αναφέρεται.
Γ3.β.
κτησάμενος:
§  υποθετική επιρρηματική μετοχή σε θέση επιρρηματικού προσδιορισμού που δηλώνει την προϋπόθεση του εὐδαίμων ἄν εἴη
§  ανάλυση σε δευτερεύουσα υποθετική πρόταση: εἰ κτήσαιτο
§  αναλύθηκε με εἰ + ευκτική επειδή με απόδοση τη δυνητική ευκτική ἂν εἴη σχηματίζει λανθάνοντα υποθετικό λόγο της απλής σκέψης.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Η λέξη εσθλός, σύμφωνα με τα πλέον έγκυρα ετυμολογικά λεξικά είναι αβέβαιης ετυμολογίας (π.χ. Pierre CHANTRAINE, DICTIONNAIRE ETYMOLOGIQUE DE LA LANGUE GRECQUE, σελ. 378: Vieux mot det. incertain). Συνεπώς, δεν έπρεπε να ζητηθεί γι’  αυτό λέξη από το κείμενο ετυμολογικά συγγενής! Η ετυμολογική συσχέτισή της με το ρήμα εἰμί δεν είναι επιστημονικά αποδεκτή!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου