Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 12


Η απατηλή οικειότητα του σύγχρονου τηλεοπτικού λόγου
Η χρήση της γλώσσας ως μέσου παραπλάνησης του κοινού
Νικολέττα Τσιτσανούδη – Μαλλίδη, ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 02/5/2008
Διδάκτωρ της Κοινωνιογλωσσολογίας, Διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Μία από τις σηματοδοτήσεις της αποκατάστασης της δημοκρατίας το 1974 στην Ελλάδα ήταν και η ανάγκη καλλιέργειας μιας καινούργιας πολιτικής παιδείας. Την ανάγκη αυτή υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, η υιοθέτηση από μερίδα πολιτικών και δημοσιογράφων μιας λαϊκής ή και λαϊκότροπης γλώσσας, η οποία και καλλιεργήθηκε συστηματικά με την είσοδο της ελεύθερης ραδιοτηλεόρασης.
Οι εκπρόσωποι της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας, ειδικότερα, ολοένα συχνότερα τα τελευταία χρόνια επιχειρούν να εμφανίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο οικείοι έναντι των τηλεθεατών, συγκλίνοντας «προς τα κάτω» τον λόγο τους, προκειμένου να μοιάζει με τα γλωσσικά πρότυπα των αποδεκτών και να μη διαταράσσει την εικόνα που εκείνοι έχουν για τον μικρόκοσμο που τους περιβάλλει. Αν και φορείς ενός, εκ φύσεως, δημόσιου και διακεκριμένου είδους λόγου, εν τούτοις εντρυφούν στην άτυπη καθημερινή γλώσσα του απλού πολίτη, εγκαταλείποντας την τυπικότητα και αυστηρότητα του παρελθόντος.
Παράλληλα, στον «φυσικό» τους χώρο, τα τηλεοπτικά «παράθυρα», οι εντεταλμένοι πληροφοριοδότες της κοινής γνώμης, με την προβολή λαϊκών κοινωνικών θεμάτων που ενδιαφέρουν τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, όπως είναι η ακρίβεια και το Ασφαλιστικό, εκπέμπουν φιλικότητα και συμπόνια προς τις λαϊκές «μάζες». Συχνά μάλιστα η πληροφοριακή λειτουργία του δημοσιογραφικού λόγου υποκαθίσταται από τη διεκπεραιωτική, καθώς οι δημοσιογράφοι μετεξελίσσονται σε διαχειριστές του πόνου του πολίτη, επιλύοντας «on air» τα αιτήματα εκείνων των τηλεθεατών που η αρχισυνταξία έχει προηγουμένως κρίνει ως τηλεοπτικώς αξιοποιήσιμα. Ως αρωγοί σε αυτή την «εκτροπή» των sine qua non λειτουργιών του δημοσιογραφικού λόγου προσφέρονται και οι εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίοι είναι κατά κανόνα διαθέσιμοι να θυσιάζουν ένα υπολογίσιμο μέρος από τον ωφέλιμο χρόνο της θητείας τους για τηλεοπτικές «σωτήριες» παρεμβάσεις υπέρ των ανά την επικράτεια αδικούμενων τηλεθεατών.
Η μέσω του τηλεοπτικού διαύλου οικειοποίηση μιας ιδιωτικής, και πάντως ανεπίσημης, γλώσσας και η προσαρμογή του λόγου προς τις χαμηλές γλωσσικές ποικιλίες, σε συνδυασμό με την προβολή μιας προσανατολισμένης προς τις αδύναμες και ευπαθείς κοινωνικές ομάδες θεματολογίας, συγκροτούν, κατά την άποψή μας, μία «στάση
εικονικής ευμένειας» ή «υψηλής απατηλής οικειότητας» από την πλευρά των παραγωγών και διανομέων του τηλεοπτικώς εκφερόμενου δημοσιογραφικού λόγου. Η συγκεκριμένη στάση αποτελεί έναν δραστικό τρόπο κατασκευής και συντήρησης της αποδεκτότητας της δημοσιογραφικής έκφρασης, καθώς αποδίδεται αξιωματικά στον πομπό δημοκρατική νομιμότητα και κοινωνική ευαισθησία, μέσω της μορφής της γλώσσας. Μία γλώσσα η οποία δίδει στους χρήστες της τη δυνατότητα να τεκμαίρονται την προοδευτικότητα και τη φιλολαϊκότητα μέσω των λέξεων, ευαγγελιζόμενοι αγαθά και ιδιότητες που, σε άλλη περίπτωση, θα όφειλαν να αποδεικνύουν με το περιεχόμενο των λεγομένων τους.
Σκόπιμη δημιουργία ψευδαισθήσεων
Επιπλέον, η «στάση εικονικής ευμένειας» συντίθεται με την αναγωγή και αναβάθμιση του ιδιωτικού στοιχείου στη σφαίρα του δημοσίου, ως ένα άλλοθι κατάργησης των μεγάλων αποστάσεων που χωρίζουν τους πολλούς/ «υποτελείς», που είναι το κοινό, από τους λίγους/ «ιθύνοντες», που δεν είναι άλλοι από τους ανθρώπους της πολιτικής και τηλεοπτικής εξουσίας. Αλλες πρακτικές συγκρότησης της απατηλής οικειότητας, που τα μέσα μαζικής επικοινωνίας επιδιώκουν να παρουσιάζουν, συνδέονται με τη ρητή ή υπόρρητη έκφραση της ιδεολογίας της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης και την εκδήλωση μιας γενικής ιδεολογικής σύμπλευσης του δημοσιογράφου με τις θέσεις και τις προσδοκίες του «λαού».
Ωστόσο η εγγραφή στον δημοσιογραφικό λόγο της υπονόμευσης της πολιτικής ή οικονομικής ιεραρχίας, σε συνδυασμό με την απόδοση σε αυτόν «μαγικών» ιδιοτήτων και την επικυριαρχία του συναισθήματος, ώστε να μη διανοείται ο αποδέκτης να επεξεργάζεται λογικά τα εκπεμπόμενα μηνύματα, μπορεί να αποπροσανατολίζει το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Αυτό είναι δυνατό να συμβαίνει όταν η δημοσιογραφική αμφισβήτηση δεν συνιστά έναν ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των σχέσεων εξουσίας μεταξύ των φορέων της τηλεοπτικής ισχύος και των αποδεκτών, αλλά έναν προσωρινό και εικονικό επανασυσχετισμό οικειότητας, για προπαγανδιστικούς και εμπορικούς λόγους.
Μέσω ενός πληθωρικού, γητευτικού και, σε κάποιες περιπτώσεις, αυθαίρετου λόγου, επιτυγχάνεται η οδήγηση του πολίτη στη διαμόρφωση της εντύπωσης ότι τα ΜΜΕ δεν εκπροσωπούν τα συμφέροντα της ιδιοκτησίας τους (κρατικής ή ιδιωτικής/ επιχειρηματικής), αλλά του ίδιου. Καθρεπτίζοντας στον τηλεοπτικώς μεταδιδόμενο λόγο τις δικές του αναμονές, ο παραλήπτης ενδεχομένως διολισθαίνει σε μια απαίδευτη ψευδαίσθηση συμμετοχής στην «αλήθεια» που παράγει το μέσο ενημέρωσης και θεωρεί εαυτόν εξομοιωμένο με τους επισήμως ομιλούντες. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο πολίτης, ακόμη και όταν βιώσει την ανταπόκριση από την πλευρά του Μέσου ή του δημοσιογράφου στο πρόβλημα που πιθανόν αντιμετωπίζει, ή προβάλλει τις ανάγκες και τα συμφέροντά του σε συγκεκριμένο τηλεοπτικό πρόγραμμα, δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι η σχέση η οποία αναπτύσσεται είναι όντως σχέση ουσίας και διάρκειας, μια ενδυνάμωση της ταυτότητάς του, και όχι ένα ακόμη «λαϊκό θέμα που θα πουλήσει» και θα αποφέρει στην τηλεοπτική επιχείρηση το ανάλογο διαφημιστικό έσοδο.
Η ευθύνη του τηλεθεατή
Η δαιμονοποίηση του σύγχρονου τηλεοπτικού δημοσιογραφικού λόγου πόρρω απέχει από τις φιλοδοξίες του παρόντος κειμένου. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρείται χρήσιμη η υπογράμμιση των ευθυνών τις οποίες καλούνται να αναλαμβάνουν οι τηλεθεατές, ώστε να μη λειτουργούν ως μία πολιτισμικά αβοήθητη μάζα, «στο έλεος» των βαρόνων των media.
Επιπλέον η χρήση στοιχείων από τις διάφορες γεωγραφικές και κοινωνικές παραλλαγές της επίσημης γλώσσας δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως μια απόδειξη ανακατανομής της εξουσίας υπέρ των αδυνάτων ή απεμπόληση των προνομίων από την πλευρά της κυρίαρχης τηλεοπτικής τάξης.
Από την άλλη πλευρά θα μπορούσε να διατυπωθεί η θέση ότι η χρήση διαφόρων γλωσσικών ρεπερτορίων από τους φορείς του δημοσιογραφικού λόγου συνιστά ενός είδους επιβολή από κάτω προς τα πάνω διαφοροποιημένων πολιτισμικών μορφών, που ως μία διαφορετική μορφή εξουσίας μπορούν και διασαλεύουν την πειθαρχία της ομοιογένειας. Δεν είναι, άλλωστε, λίγοι οι παραγωγοί δημοσιογραφικών εκπομπών, που αναγκάζονται να συμμορφώνουν τον λόγο και τα θέματά τους με βάση τις απαιτήσεις  των καταναλωτών. Αυτό συμβαίνει διότι γνωρίζουν ότι το εκάστοτε δείγμα των μετρήσεων τηλεθέασης λειτουργεί, εν πολλοίς, ως ένας βασικός ρυθμιστικός παράγοντας για τη συνέχιση μετάδοσης των εκπομπών τους, από τις οποίες εξαρτάται και η δική τους δημόσια παρουσία.
Με αφορμή σχετική με τον τηλεοπτικό λόγο έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στους κόλπους του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, αναπτύχθηκε ένας τολμηρός προβληματισμός, σύμφωνα με τον οποίο για την προσαρμογή της γλώσσας και του θεματολογίου σε λαϊκότερα «στάνταρντς» οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί ή ιδεολογικοί. Ενδεχομένως συνδέονται με μια προσπάθεια αποσιώπησης της διόγκωσης των μεγεθών εξουσίας που συσσωρεύεται στα σύγχρονα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τα οποία υπερσυγκεντρώνονται γύρω από ολιγομελείς αλλά ισχυρές επιχειρηματικές ομάδες. Οσο πιο στεγανή είναι η οργάνωση του Μέσου, άλλο τόσο ο μεταδιδόμενος λόγος είναι δυνατό να εμφανίζεται λαϊκότερος ή ανατροφοδοτούμενος, προκειμένου ο παραλήπτης να μην προβληματίζεται για τις πιθανές βλέψεις ή διεκδικήσεις της εκάστοτε ιδιοκτησίας, τον ενδεχόμενο εναγκαλισμό με την πολιτική εξουσία, την εμπορευματοποίηση των ειδήσεων κ.ά. Ενας τέτοιος προβληματισμός θα μπορούσε να συμπεριλάβει και τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη διαμόρφωση ενός λαϊκού προφίλ στο Μέσο και στην ταυτότητα του μετοχολογίου του.
Παραμένει πάντως κοινός τόπος ότι το ολιγοπωλιακό καθεστώς εξασφαλίζει στα ΜΜΕ τεράστια πληροφοριακή και πολιτική δύναμη, αλλά και έντονη ιδεολογική επιβάρυνση, λόγω της πρόσδεσής τους σε οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες.
Αδρομερώς, η εκδήλωση της «στάσης εικονικής ευμένειας» από την πλευρά των φορέων του δημοσιογραφικού λόγου ή του Μέσου ευρύτερα εκλαμβάνεται ως μια προσπάθεια απόσπασης της παραγωγής του δημοσιογραφικού λόγου από τους κεφαλαιοκράτες/ ιδιοκτήτες των media και σύνδεσής της με τα «συμφέροντα» των τηλεθεατών/ καταναλωτών. Αυτή η σύνδεση επιχειρείται στο επίπεδο της εικονικής πραγματικότητας μέσω ενός λαϊκότροπου γλωσσικού κώδικα. Η αποδοχή ή απόρριψη της τακτικής αυτής είναι προσωπική υπόθεση των σύγχρονων τηλεθεατών. Αποτελεί απάντηση στον «πατερναλισμό» των media και, ταυτόχρονα, βήμα για την κατάκτηση της επικοινωνιακής αγωγής, ως πολιτισμικού συμφραζόμενου της ραγδαίας ανάπτυξης των μέσων μαζικής επικοινωνίας. *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου