Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 8


Το μάταιο κυνήγι του πλούτου και της πολυτέλειας

Ο αυτοπροσδιορισμός μέσω του shopping είναι η ιδεώδης ασχολία για τη σύγχρονη κοινωνία

Του Hari Kunzru* - The Guardian
Ο παράδεισος απέκτησε καινούργια διεύθυνση: είναι το προάστιο Century City του Λος Αντζελες. Αγόρασε εκεί μια βίλα 10 εκατομμυρίων δολαρίων και ο ωκεανός θα είναι δικός σου. Κοίταξε την υπέροχη θέα και, όταν βαρεθείς, νοίκιασε ένα γιοτ και βάλε πλώρη για ένα άλλο παραδεισένιο μέρος που, συμπτωματικά, ονομάζεται Νέα Ακτή του Παραδείσου και α) βρίσκεται στον Παναμά, β) σχεδιάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ και γ) μοιάζει με αποικία τιμωρημένων. Εδώ θα τριγυρίζεις με έξι «κολλητούς» ντυμένους με πανομοιότυπα λευκά κοστούμια, θα αγοράσεις ένα ελικόπτερο, θα τσεκάρεις την ώρα σε ένα ρολόι που θα μοιάζει με χρονόμετρο αγώνων ταχύτητας, θα πάρεις μάτι μια σταρ του κινηματογράφου στο χολ ενός ξενοδοχείου, θα υιοθετήσεις το ύφος της απόλυτης τελειότητας. Διαχειρίσου τα πλούτη σου, προστάτεψέ τα, αύξησέ τα, κυκλοφόρησέ τα, μυήσου στην κουλτούρα του χρόνου, φόρεσε το καλύτερο ανδρικό ρούχο στον κόσμο (που συμβαίνει να είναι ένα γυαλιστερό μοβ μπουφάν), αντάλλαξε το χρονόμετρό σου με ένα άλλο καλύτερο... Πρέπει να κατακτήσεις τη μεγαλοπρέπεια, να έχεις το καλύτερο κι από τους δύο κόσμους, να φτάσεις ψηλά, να ξεχωρίσεις, να ζήσεις περισσότερο, να ψάξεις περισσότερο, να πετύχεις περισσότερο, να οδηγήσεις περισσότερο...
Εξαντλητικός στόχος 
Η πολυτέλεια είναι ένας εξαντλητικός στόχος, που προκαλεί μεγάλο άγχος. Σύμφωνα με τη λογική της, η ατομικότητά μου απειλείται. Το ίδιο το «εγώ» μου θα μπορούσε να μου αφαιρεθεί χωρίς προειδοποίηση. Ισως κάποτε να φανταζόμουν απλοϊκά ότι θα μπορούσα να ταξιδέψω στα λιβάδια της ζωής χωρίς να δίνω μεγάλη σημασία στο καινούργιο μου ρολόι. Τελικά όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τώρα που έχω μυηθεί στην πολυτέλεια, ανακαλύπτω ότι πρέπει να ξοδέψω ένα απίστευτο ποσόν σε μηχανές μέτρησης του χρόνου μόνο και μόνο για να εξακολουθήσω να είμαι ένα ξεχωριστό πρόσωπο. Εκείνο που άλλοτε φαινόταν μια ευχάριστα επιπόλαιη αγορά, τώρα ισοδυναμεί με απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσω την ψυχή μου.
Δεν είναι μόνο ο κίνδυνος να ξεπέσω στο καθαρτήριο της μαζικής κατανάλωσης, ο φόβος μήπως καταντήσω να τρώω κεμπάπ μέσα σ’ ένα νυχτερινό λεωφορείο, φορώντας ρολόι «σουότς». Είναι περισσότερο η αβάσταχτη υποψία ότι όλοι οι άλλοι σε εκείνο το νυχτερινό λεωφορείο θα είναι ίδιοι με μένα. Θα είναι ντυμένοι το ίδιο, θα μιλάνε το ίδιο, θα ακούνε την ίδια μουσική, θα μου μοιάζουν ακόμα και στην όψη – πανομοιότυποι κλώνοι χωρίς πρωτότυπο.
Ο τρόμος που υποκινεί την πολυτέλεια –ότι αν δεν αγοράσω την τάδε μάρκα θα υπονομεύσω την προσωπικότητά μου– είναι απλώς μια πιο ακραία εκδοχή της αρχής που διέπει κάθε είδους καταναλωτισμό: ότι ο κύριος στόχος στη ζωή, ο υψηλότερος και ο ευγενέστερος, είναι η εξατομίκευση. Η εχθρότητα απέναντι στη μάζα είναι ριζωμένη στον μετα-διαφωτιστικό φιλελευθερισμό που κυριαρχεί στη δυτική πολιτική κουλτούρα, και που απλώς τον παρόξυνε ένας αιώνας κακοήθους ολοκληρωτισμού. Η σύγχρονη λατρεία της πολυτέλειας είναι το μπάσταρδο παιδί εκείνης της σκοτεινής ιστορίας. Είναι βαθύτατα μισάνθρωπη και κοιτάζει με τρόμο και περιφρόνηση τον κόσμο του μεροκάματου, οχυρωμένη πίσω από ένα αλεξίσφαιρο τζάμι.
Ο καταναλωτής της πολυτέλειας μισεί τις μάζες, που τα πρότυπα κατανάλωσής τους είναι «απρόσωπα» και «αγελαία», που η εντομοειδής παρουσία τους του θυμίζει την τρομακτική ανωνυμία της φτώχειας, του πεπρωμένου που τον περιμένει αν δεν καταφέρει να ξεχωρίσει μέσα από τις αγορές του. Η άνθηση του τομέα ειδών πολυτελείας είναι απλώς ένα σύμπτωμα μιας γενικής πολιτιστικής τάσης που συγχέει την πολιτική ελευθερία με την υλική αφθονία, την ψευδοελευθερία να διαλέγεις από μια προκαθορισμένη σειρά καταναλωτικών αγαθών.
Ο αυτοπροσδιορισμός μέσω του shopping είναι η ιδεώδης ασχολία για τη σύγχρονη κοινωνία ελέγχου – εντελώς ακίνδυνη και αυτοαναφορική. Δυστυχώς, τα λεφτά είναι ένα ακατάλληλο εργαλείο για να κάνεις τον εαυτό σου ξεχωριστό, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι οι περισσότεροι πλούσιοι άνθρωποι μοιάζουν και φέρονται απλώς... σαν πλούσιοι – ένα ρεπερτόριο συμπεριφοράς το ίδιο στερεότυπο και περιορισμένο με οποιουδήποτε φτωχοδιάβολου.
Υπόσχεση για διάκριση
 Τα λεφτά είναι, βεβαίως, ένα εργαλείο ισοτιμίας, ανταλλαγής, ένα μέσο για να αντιστοιχίζεις ένα πράγμα –ή ένα πρόσωπο– με ένα άλλο. Γι’ αυτό ίσως, δεν είναι και τόσο περίεργο που η κεντρική υπόσχεση του καταναλωτισμού είναι τόσο δύσκολο να εκπληρωθεί. Δεν μπορείς να μη γελάσεις όταν τα αυτοκίνητα, αυτά τα υποδειγματικά αντικείμενα μαζικής παραγωγής, διαφημίζονται σαν ένας τρόπος για να ξεχωρίσεις ή για να υπογραμμίσεις τον αντικομφορμισμό σου. Η πολυτέλεια αναγνωρίζει τη ρηχότητα της υπόσχεσης για διάκριση που δίνει ο μαζικός καταναλωτισμός και την επαναδιατυπώνει ισχυριζόμενη ότι εάν το προϊόν είναι αρκετά αποκλειστικό θα εκπληρώσει τον απαιτούμενο στόχο.
Ωστόσο, η λογική της πολυτέλειας μπορεί να κατευθύνεται προς την μοναδικότητα, αλλά η ίδια η επιτυχία των ισχυρισμών της την οδηγεί σε παρακμή. Η πολυτέλεια γλιστράει στον κατήφορο, καθώς οι τεχνικές του branding και οι διάχυτες υποσχέσεις του λάιφστάιλ απλώνονται σε όλο και μεγαλύτερη έκταση. Τα είδη «υπερ-πολυτελείας» και οι μάρκες «uber-premium» είναι μια απόπειρα να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος. Προσπάθεια μάλλον μάταιη, γιατί αν εστιάζεις στον μεταφυσικό στόχο του αυτοπροσδιορισμού μέσω του shopping, η γνώση ότι ακόμα και το πιο «εκλεκτό» προϊόν υπάρχει σε περισσότερα του ενός αντίτυπα θα σε βασανίζει πάντα. Η προσωπική σου μοναδικότητα μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από ένα μοναδικό αντικείμενο.
Αυτό, περισσότερο από κάθε άλλο, εξηγεί την άνευ προηγουμένου άνθηση στην αγορά τέχνης. Η τέχνη δεν είναι απλώς ένα uber-premium προϊόν. Ακόμα κι αν έχεις πάρα πολλά λεφτά, δεν μπορείς πάντα να μπεις σε μια γκαλερί και να αγοράσεις το έργο που θέλεις. Χρειάζονται γνωριμίες, φήμη, εσωτερικές πληροφορίες. Η κατοχή ενός σημαντικού έργου με την υπογραφή περιζήτητου καλλιτέχνη είναι ένα παράσημο διάκρισης (γούστου, ματιού, ψυχής, κοινωνικής δικτύωσης) που κανένα προϊόν πολυτελείας δεν μπορεί να προσφέρει.
«Γεμάτη ζωή» 
Οι σιτουασιονιστές είχαν καταλάβει ότι η κουλτούρα είναι το προϊόν που πουλάει όλα τα άλλα και ότι, όλο και περισσότερο, η αύρα της κουλτούρας είναι αυτή που επιτρέπει στα προϊόντα πολυτελείας να παραμένουν στον αφρό, καθώς συσχετίζονται με περιοχές της εμπειρίας που διατηρούν ακόμα την υπόσχεση της ατομικότητας – με τους καλλιτέχνες και τους αθλητές να παρουσιάζονται ως κατ’ εξοχήν ξεχωριστά άτομα. Ετσι, για όσο καιρό θα εξακολουθούμε να αγοράζουμε κάτω από την απειλή των συμβόλων της πολυτελείας, τη διαβεβαίωση ότι για να ζήσουμε μια γεμάτη ζωή, για να πάρουμε και να δώσουμε αγάπη, για να δημιουργήσουμε σχέσεις και για να αισθανθούμε σημαντικοί πρέπει να πάμε να ψωνίζουμε στο Selfridges – πιθανότατα θα ανακαλύψουμε ότι είναι μια δραστηριότητα με απόδοση που τείνει προς το μηδέν. (Καθημερινή, 07-09-08)
* Ο κ. Hari Kunzru είναι δημοσιογράφος και λογοτέχνης, συγγραφέας των μυθιστορημάτων The Impressionist, Transmissions και My Revolutions.
Οι Σιτουασιονίστες δρούσαν στο περιθώριο μεταξύ τέχνης, πολιτικής, αρχιτεκτονικής και πραγματικότητας. Σκοπός τους ήταν η υλοποίηση των υποσχέσεων των καλών τεχνών στην καθημερινή ζωή. Για να πετύχουν τον σκοπό τους δήλωσαν ως απαίτηση την καθαίρεση των θεσμών των καταναλωτικών αγαθών, της έμμισθης εργασίας, της τεχνοκρατίας και των ιεραρχιών. Διατύπωσαν την θεωρία της «Θεωρητικής και πρακτικής ανάπτυξης των καταστάσεων» (Situations, εξ'ου και Σιτουασιονιστές) και απαίτησαν να γίνει η ζωή καλλιτέχνημα. Οι ιδέες τους διαδόθηκαν και βρήκαν απήχηση σε διεθνή κλίμακα μέχρι σήμερα. Μερικά από τα σλόγκαν τους ήταν:
  • «Απαγορεύεται το απαγορεύεται» (Il est interdit d’interdire)
  • «Κάτω από το πλακόστρωτο, η παραλία» (Sous les pavés, la plage)
  • «Εργασία; Ποτέ!» (Ne travaillez jamais) (από Βικιπαίδεια)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου